Urban travel tales

Στα πόδια της Ακρόπολης

For the English version  https://goo.gl/zjyr8U

Φέρνει την παλάμη στο μέτωπο και ακουμπάει ανάλαφρα, με ακροδάχτυλα πιανίστα, λεπτά και νευρικά, το τσουλούφι του από μαύρα καρφάκια για να βεβαιωθεί πως είναι ακόμη εκεί, στη θέση τους. Τα μάτια του στενεύουν κι ο λαιμός του τεντώνεται καθώς προσπαθεί να ξεχωρίσει στο βάθος του δρόμου μες στο ομιχλώδες σκοτάδι, χαραγμένο από ξέπνοες πορτοκαλί αντανακλάσεις. Αν ήταν σκύλος, τα αυτιά του θα ήταν όρθια. Ο λόγος για τον οποίο ανησυχεί δεν είναι ορατός – το ζελέ κρατάει ορθωμένες τις τρίχες στο κοντοκουρεμένο κεφάλι του, ενώ στο θρίλερ της ζωής του η κορύφωση πέφτει κάπου πολύ μακρύτερα στο μέλλον. Είναι τριαντάρης, αλλά η κίτρινη γραβάτα του έχει πατήσει τα πενήντα και η μπεζ καπαρντίνα του, σταυρωτή και ελαφρώς τσαλακωμένη, θα ταίριαζε και στον παππού του.
Η πινακίδα φρέσκια και ασπρόμαυρη γράφει “ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ”. Οι δείκτες στο μεγάλο επιτοίχιο ρολόι δείχνουν 10:00 και οι μύτες των παπουτσιών του 9:15, όπως στέκεται ακίνητος με τα πόδια επιδεικτικά ανοιχτά στην είσοδο της στοάς που συνδέει τους δύο δρόμους. Δίπλα του ξεκινούν τα σκαλοπάτια, από γρανίτη νέας κοπής, οδηγούν στην υπόγεια πολιτεία, απ’ όπου έχει βγει από ώρα. Είναι καθημερινή. Χωρίς να κρατάει χαρτοφύλακα, δείχνει να έρχεται κατευθείαν από τη δουλειά του.
Η μελωδία από το κινητό του σαν να τον ξαφνιάζει. Με μια κοφτή κίνηση κάνει να το φέρει στο αυτί του. Το κεφάλι του μένει στητό, ατάραχο. Χαμογελάει αυτάρεσκα στο καντράν σαν να ήταν καθρεφτάκι. Ξεχνιέται σε ένα αποχαυνωμένο χαμόγελο. Φέρνει αργά το κινητό στο αυτί του.
«Ναι;» απαντά κοφτά, απρόσωπα, σχεδόν επαγγελματικά.
Το βλέμμα του εστιάζει στο «Ο» της πινακίδας σαν να το βλέπει κατακόκκινο – το αριστερό του χέρι θα εκτόξευε βελάκια αν δεν ήταν απασχολημένο να στρίβει την καρφίτσα που είναι βιδωμένη στη γραβάτα του. Αυτά τα ευκίνητα δάχτυλα και τα καθαρά νύχια δεν μπορεί παρά να ανακατεύουν χαρτιά και να πατάνε πλήκτρα.
Καθώς μιλάει, ρίχνει μια ματιά στο ρολόι που φοράει στο αριστερό του χέρι, ένα ρολόι βαρύ για το λεπτό καρπό του και αταίριαστο στην περιβολή του, ένα ρολόι καταδύσεων. Μοιάζει ακριβό.
Με την πλάτη γυρισμένη βάζει το κινητό στην τσέπη της καπαρντίνας του. Βηματίζει στη στοά μέσα-έξω. Φτάνει ως το χείλος της. Τεντώνει το λαιμό προς την Ακρόπολη. Μόνος ξανά. Με τις σκέψεις του.
Και τη ρώτησα: «Κατάλαβες;» «Σου μοιάζω για χαζή;»- αυτό λέει πάντα. Τι να της πω; Αν απαντήσω, θα τσακωθούμε. Μου φτάνουν οι καβγάδες στο γραφείο. Κατάλαβε, αλλά όλο το δικό της κάνει. Πού είναι λοιπόν; Εξάλλου, αυτή φαγώθηκε να βγούμε. Απαιτητική γυναίκα. Όλο θέλει. Και στο κρεβάτι … όλο οδηγίες. «Έχε μου εμπιστοσύνη», της λέω. «Ξέρω τι θέλεις, σε καταλαβαίνω». «Δεν περνάμε όμορφα;» λέει με νάζι. Τι να της πω; Και τώρα, φαγώθηκε να βγούμε. Πού να την πάω; Κι αν μας δει κάνα μάτι; Δεν έχει μυαλό. Επιπόλαιη γυναίκα. Όλο φούμαρα… Τι θα φορέσει, πού θα διασκεδάσει. «Δεν θα με περπατήσεις στην Αθήνα, μωρό μου;» ρωτάει. Πώς να ξεφύγω από τα πόδια της, σαν δαγκάνες, με τη μαύρη κάλτσα και τη γόβα. Να πω όχι σε τέτοιο πόδι, σ’ αυτό το ντεκολτέ; Κι η καημένη η Φωφώ μού στέλνει μηνυματάκια σαν γλειφιτζούρια, κάθε μία ώρα. Με τα γυαλάκια της και τα παχάκια της – της απαντάω να μην τη στεναχωρήσω. Είναι και φίλη της αδερφής μου. Ωχ, αυτή τι μου ανέθεσε σήμερα; Όλο κάτι που ξεχνάω. Το βράδυ που θα γυρίσω πτώμα, αυτή θα παραμονεύει πάλι πίσω από την εξώπορτα του διαμερίσματος της, και με το που θα βάλω το κλειδί στην πόρτα, θα πεταχτεί από την απέναντι πλευρά του διαδρόμου να μου την πέσει. Κάτι ήξερες, ρε πατέρα, και την έκανες για το νησί με τη σύνταξη σου. Βρήκες και τη Ρωσίδα σου και περνάς χρυσά γεράματα. Ωχ …τη μάνα την πήρα σήμερα;
Κοντοστέκεται μπροστά σε μια βιτρίνα, ανοίγει την καπαρντίνα του και κοιτάζεται σαν επιδειξίας.
Πετσί και κόκαλο, σε λίγο θα μετράνε τα παϊδια μου ένα-ένα. Θα’ θελα να ’ξερα τι σου βρίσκω. Που ‘χεις σχεδόν την ηλικία της μάνας μου. Οιδιπόδειο και μαλακίες.
Και που μας τα ’μαθε ο Φρόιντ, τι αλλάζει; «Ό,τι δε λύνεται, κόβεται, μωρό μου», θα μου έλεγες επιτιμητικά, αν ήξερες τι σκέφτομαι, κι εγώ θα ψαχνόμουν – τι εννοείς; το δεσμό μας ή το Οιδιπόδειο; – πού να τολμήσω να σε ρωτήσω. Οι ατάκες σου με τσακίζουν. Ύστερα μου ρίχνεις ένα ρουφηχτό φιλί και με ανασταίνεις.
Γι’ αυτό τον έχεις τρελάνει τον άντρα σου…’Ενας λόγος παραπάνω αν δεν το κάνεις μαζί του, όπως λες. Έρχεται τσαντισμένος στο γραφείο και ξεσπάει πάνω μου. Λες να’ χει καταλάβει τίποτα; Όλο μου κολλάει τελευταία, με κοιτάζει έτοιμος να με πυροβολήσει. Κι όμως, δε σ’ αφήνει, παρά τα γυμνάσια που του κάνεις…Γιατί εγώ σ’ αφήνω; Για ποια, για τη Φωφώ; Λες να δοκιμάσω με τη Φω …
Απότομα τα πόδια του σμίγουν σε στάση προσοχής. Στρέφει αμέσως το κεφάλι και περπατάει ως τη γωνία.
Ψηλά η Ακρόπολη φωταγωγημένη. Δεξιά του, στο βάθος, ο σταθμός του μετρό ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ φωτισμένος.
Μες στο φωτεινό τελάρο της εξόδου του σταθμού διαγράφεται το περίγραμμα της σιλουέτας της, το μεσάτο παλτό και οι ίσιες λεπτές γάμπες. Κάθεται ακίνητος και παρακολουθεί το αριστερό της πόδι να κατεβαίνει το σκαλί. Σ’ εκείνο το ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου τη βλέπει να ακροβατεί ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Τα μάτια του διατρέχουν σαν κοπίδι το περίγραμμα γύρω από το σώμα της, μαύρο στο φωτεινό φόντο του σταθμού. Ανατριχιάζει – το στέρνο του ένα με το λαιμό του, κάνει να ξεχυθεί μπροστά να τη σταματήσει.
Στο επόμενο δευτερόλεπτο η γυναίκα είναι και πάλι τυλιγμένη στο παλτό της, κομψή. Τη βλέπει να κατευθύνεται προς το μέρος του. Οι λάμπες της πλατείας αναδεικνύουν το παράστημα και το βάδισμά της, ανάλαφρο πάνω στις γόβες. Το σαγόνι της πλαισιωμένο από το γούνινο γιακά της. Δεν τον αποχωρίζεται ούτε στο κρεβάτι. Γκρίζες τρίχες, μακριές, του φέρνουν φτέρνισμα.
«Με τις υγείες σου, μωρό μου», του λέει, και απλώνει το χέρι με αψεγάδιαστο
μανικιούρ πάνω στο δικό του.
«Λύκος», της απαντάει βγάζοντας μια τριχούλα που έμεινε στο ρουθούνι του ποτισμένη με το άρωμα της.
«Αλεπού», επιμένει αυτή, και μάλλον ξέρει καλύτερα, αλλά του αρέσει να της πηγαίνει κόντρα.
Τον έχει δει και πλησιάζει το πεζοδρόμιο ακριβώς απέναντί του.

Τους χωρίζει ο δρόμος, τα αυτοκίνητα και το φανάρι που είναι κόκκινο για τους πεζούς. Σηκώνει το χέρι της να τον χαιρετίσει. Εκείνος την παρακολουθεί αφηρημένος. Το σαγόνι της είναι ελαφρώς ανασηκωμένο, η πλάτη της ολόισια και το χέρι της ξεκινάει ένα χαιρετισμό, τεχνικά άρτιο και ταιριαστό για μια γυναίκα πάνω από σαράντα, με κατακτημένη εξωστρέφεια και αυτοπεποίθηση στη θέση του παρωχημένου της αυθορμητισμού. Ο νεαρός βλέπει μονάχα την άνεση στο χαιρετισμό της και περιμένει να τον δει να ολοκληρώνεται προκατειλημμένος πως θα μοιάζει σαν να τον απευθύνει σε πλήθη. Η γυναίκα είναι ψώνιο, σκέφτεται με τρυφερότητα και πάει να κινηθεί προς το μέρος της.
Με το πρώτο βήμα του νιώθει ανάλαφρος, σαν να πετάει, το δεξί πόδι αργεί πολύ να έρθει μπροστά από το αριστερό – κάποιος πάτησε το κουμπί «Slow motion», μονάχα το δικό του κουμπί, γιατί οι υπόλοιποι στην πλατεία τρέχουν σπασμωδικά, ενώ εκείνη είναι παγωμένη, μες στο γούνινο γιακά. Το χέρι της ξεκούρδιστο, αφήνει το χαιρετισμό ημιτελή. Το βλέμμα της περνάει πάνω από τα κεφάλια του πλήθους που στροβιλίζεται γύρω της, σαν δείκτης ρολογιού που τρελάθηκε.
Εκείνος ακολουθεί το βλέμμα της που είναι προσηλωμένο σε ένα σημείο, στα αριστερά από το μισοϋψωμένο της χέρι, το ακολουθεί ως τον προορισμό του. Τα μάτια της είναι καρφωμένα σε ένα καπέλο. Είναι σκούρο γκρι με μια γκρίζα μεταξωτή κορδέλα ολόγυρα.
Ώσπου να φέρει το αριστερό του πόδι μπροστά από το δεξί, θυμάται την αφή του γκρίζου καπέλου. Είναι από μαλακιά τσόχα, εσωτερικά επενδυμένο με γυαλιστερή φόδρα σε ανοιχτόχρωμη γκρίζα απόχρωση και έχει κεντημένα τα αρχικά Ι.Κ. Το κεφάλι του κυρίου Ι.Κ., επιτυχημένου οικονομολόγου και αφεντικού του, στέφεται με το χρυσό λογότυπο του Λονδρέζου καπελά – Baker Street 15 – μια ετικέτα τετράγωνη και αυστηρή σαν την εξουσία που ο κύριος Ι.Κ. ασκεί τόσο στο γραφείο, όσο και στην υπόλοιπη ζωή του, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο νεαρός υφιστάμενος από πρώτο χέρι. Ο νεαρός, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την ετικέτα, έχει απομνημονεύσει τη διεύθυνση, γιατί κάποτε, ναι, είναι σίγουρος, θα πάει σ’ αυτό το μαγαζί και θα αγοράσει ένα ολόιδιο καπέλο. Θα παραγγείλει κι αυτός να βάλουν τα αρχικά του.
Το αριστερό του πόδι πιάνει επιτέλους έδαφος. Το γκρίζο καπέλο το έχει προβάρει τόσες φορές στον καθρέφτη του μπάνιου, στο γραφείο, κρυφά, όταν ο κάτοχός του βγαίνει έξω χωρίς να το φοράει. Αυτό βέβαια συμβαίνει σπάνια το χειμώνα, γιατί το αφεντικό του έχει μια εκτεταμένη φαλάκρα και μια διαπιστωμένη ευαισθησία στο κρύο. Ο νεαρός βρίσκει πως ναι, του πάει γάντι το καπέλο. Κρίμα που δεν μπορεί να το προβάρει μπροστά σ΄εκείνη, μία από τις φορές που περνάει από το γραφείο του άντρα της για να τον πάρει να πάνε σε κάποια δουλειά. Ο νεαρός βλέπει το αφεντικό του να ξεκρεμάει το καπέλο και τη φαρδιά καπαρντίνα του και να βγαίνει μαζί της. Θα ήθελε να είχε την ευκαιρία να το προβάρει μπροστά της και να ακούσει τη γνώμη της. Εμπιστεύεται απόλυτα το γούστο της.

Ξαφνικά κάποιος πατάει «Forward». Στροφή επιτόπου, ένα γρήγορο πέρασμα της ανοιχτής παλάμης του – που παρέμενε σε ετοιμότητα για να απαντήσει στο δικό της χαιρετισμό, αυτόν με εντολή ανάκλησης – πάνω από τα καρφάκια, για να σιγουρευτεί πως είναι ακόμη εκεί παγωμένα και όρθια, απτή διαβεβαίωση πως το θρίλερ της ζωής του βρίσκεται σε εξέλιξη.
Τώρα πατήθηκε το «Full speed». Τα πόδια του δεν ακουμπούν το δρόμο, η μπεζ καπαρντίνα του ανοίγει πανιά και τα μαύρα καρφάκια γίνονται αντένες σε απευθείας σύνδεση με το σύμπαν.
Πρώτο σινιάλο μες στην ομίχλη τα κόκκινα φουγάρα από το Γκάζι καθώς κατηφορίζει τρέχοντας την Ερμού.

Δημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων μου ‘Η πόλη με τους εργένηδες’, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σειρά Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία, διευθ. Άρης Μαραγκόπουλος, 2005

© Copyright Lisa Samloglou, 2005. The moral rights of the author and translator are asserted. 

                                                                                   

urbantraveltales, Athens,The city with the bachelors

at the feet of Acropolis, night

                                                                                                                                             

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: