Urban travel tales

So is the skin / Έτσι είναι το δέρμα

 3 X Awarded Blog on Cultural Travel since May 2012 for the promotion of Cultural Heritage & Ecology. Authentic posts in En/Gr thoroughly edited and researched, with my photos. A traveller’s approach inspired by my vision  to see the world more beautiful, more friendly, safer. A home where everyone may find the space for active love and purposeful creativity. 

2012 © Copyright. All rights reserved

They have carried it up the stairs, six floors.  When I opened the door their faces were dripping with sweat. I offered them water. One of the two men was robust, handsome. He asked me where to place it. I showed him.
He lifted up the couch again, taking most of the weight, leading the other, his colleague, patiently, with his voice.
“Leave it on me, Sotiris, it’s okay, I get it.”
I would have thought that he was the one called ‘Sotiris’, a reminder of ‘Sotiras, the Savior’. His face showed cracks of forty years under the sun.
He asked me for a knife to tear off the plastic. After he had finished, he placed the knife gently on the side table.
The two of them revealed the sofa out of layers of translucent plastic wrapping.
“It should keep its fine looks for years,” he said, “so is the skin.”
He did not look me in the face.

      I went out and only returned home when it was getting dark. As I opened the door the new smell greeted me. It made me proud to look at it, imposing its presence in the unfurnished room, conquering the space between the two long windows colored the blue of the dusk, its back to the balcony staring inwards, at me. Its solitude had an air of self-assurance that filled me with relief and calmness. I did well to leave my previous furniture at another address.
I continued unpacking my boxes, putting my clothes in the wardrobes. I forgot about it until I was fading into sleep. The skin breathes, it is alive.
“I hope it won’t get up and leave while I am asleep”, I smiled.

      In the morning as I was opening my eyes I smelled it. It was still there. During the day I sat on it a few times to test it, hesitant. At supper, I lit scented candles of cinnamon to make it inhale and calm down.
Its skin is glossy, the color of dark honey. Though not soft, it does not resist when squeezed and pulled with the index finger. Stroking it I notice the subtle imperfections that spoil the uniformity of its complexion, its texture. Even the finest finishing techniques cannot tame its nature – the skin retains its properties, its way of being. Alive, it changes temperature, it ages with spots and wrinkles.
“It will look fine years after,” he had told me, the man whose name was not Sotiris, though it would have suited him.
So is the skin, beautiful because it remembers.

 2012 © Copyright. All rights reserved

3Χ βραβευμένο Blog από το Μάιο 2012 για την προώθηση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς & της Οικολογίας. Οι αναρτήσεις είναι πρωτοεμφανιζόμενα κείμενα μου, αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας και επιμέλειας, συνοδευόμενα από τις φωτογραφίες μου. Η προσέγγιση της ταξιδιώτισσας εμπνέεται από το όραμα να δω τον κόσμο πιο όμορφο, πιο φιλικό και ασφαλή. Ένα σπίτι όπου ο καθένας θα μπορεί να βρει το χώρο για να εκφράζει ενεργητικά την αγάπη του και τη στοχευμένη του δημιουργικότητα. 

Έξι ορόφους τον ανέβασαν. Όταν άνοιξα την πόρτα τα πρόσωπα τους έσταζαν ιδρώτα. Τους πρόσφερα νερό. Ο ένας ήταν μελαχρινός, σφιχτοδεμένος, όμορφος. Με ρώτησε που να τον βάλουν.Τους έδειξα.
Σήκωσε ξανά τον καναπέ παίρνοντας πάνω του το μεγαλύτερο βάρος, ενώ με τη φωνή του οδηγούσε τον άλλον, τον συνάδελφο του μαλακά, υπομονετικά.
« Άστο πάνω μου, Σωτήρη, εντάξει, τον έχω ».
Αν με έβαζαν να μαντέψω, εγώ αυτόν θα έλεγα Σωτήρη. Το πρόσωπο του είχε τα σκασίματα του σαραντάρη που έχει περάσει χρόνια στον ήλιο.
Μου ζήτησε μαχαίρι να σχίσει το πλαστικό. Όταν τέλειωσε το ακούμπησε ευγενικά στο τραπεζάκι. Ξετύλιξαν τον καναπέ.
« Θα είναι ωραίος κι όταν δουλευτεί, ύστερα από χρόνια », μου είπε, «έτσι είναι το δέρμα».
Δεν με κοίταξε στο πρόσωπο.

Έλειψα πολλές ώρες. Ανοίγοντας την πόρτα με υποδέχτηκε η μυρωδιά του. 
Τον καμάρωσα, αλλά δεν τον πλησίασα. Το δέρμα, λένε, αναπνέει, είναι ζωντανό.
“Δεν πιστεύω να την κοπανήσει την ώρα που κοιμάμαι”, μονολόγησα.
Το πρωί ανοίγοντας τα μάτια μου τον μύρισα. Εδώ ήταν ακόμη.
Μέσα στη μέρα κάθισα πάνω του λίγες φορές, να τον δοκιμάσω, δισταχτικά. Ήρθε η ώρα του βραδυνού, κι έστρωσα μπροστά στην τηλεόραση. Έφαγα προσεκτικά να μην μου πεταχτεί σάλτσα. Του άναψα  κεριά με άρωμα κανέλας για να εισπνεύσει και να μερέψει.

Το δέρμα του είναι γυαλιστερό, σκούρο μελί. Χωρίς να είναι μαλακό, δεν αντιστέκεται. Το ζουλάω, το χαϊδεύω, παρατηρώ τις αδιόρατες ατέλεις που αλλοιώνουν την ομοιομορφία του χρώματος, την υφή. Παρά την επεξεργασία το δέρμα διατηρεί τις ιδιότητες, τους τρόπους του ζωντανού. Αλλάζει θερμοκρασία. Αποκτά στίγματα.
« Θα είναι ωραίος κι όταν δουλευτεί », είχε πει ο άντρας που δεν τον έλεγαν Σωτήρη αλλά θα του πήγαινε αυτό το όνομα.
‘Eτσι είναι το δέρμα, ωραίο γιατί θυμάται.

2012 © Copyright. All rights reserved

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.